Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

«Τυφλός τα τ’ ώτα τον τε νουν τα τ’ όμματα ει…»

Οι κρίσεις έρχονται και παρέρχονται. Είτε αυτές είναι οικονομικές, είτε διαπροσωπικές, είτε συστημικές, το μέλλον έχει ,πάντοτε, μεγαλύτερη διάρκεια.
Αν κάτι αξίζει να μείνει και να σφραγιστεί με το σεντόνι του χρόνου είναι η αμετροέπεια και η παραδοχή των λαθών. Όλοι μας μπορούμε να διδαχτούμε από τα λάθη και να μην τα επαναλάβουμε. Τουλάχιστον στην ίδια συχνότητα και με τον ίδιο αδιάντροπο τρόπο.
Αν δεν μαθαίνουμε από την ιστορία είμαστε άξιοι της μοίρας μας, επειδή ακριβώς δεν είμαστε άμοιροι.
Η λαθροχειρία και ο κοπετός που πηγάζουν από τη ρημαγμένη λέξη που χρησιμοποιείται για να κρύψει την αδηφαγία, την ταχυφαγία, την αποξένωση, τον ωχαδερφισμό, δεν αποτελούν δικαιολογίες για να χάσουμε το μέτρο της ανθρώπινης ύπαρξής μας, ακόμα κι αν τον ντύνουμε με τον ακριβό μανδύα του δυτικού μας «πολιτισμού».
Πολλά έγιναν τους τελευταίους μήνες στην Ευρώπη και περισσότερα στην Ελλάδα για να αποδειχτεί ότι η κοινωνία μας αρμενίζει στραβά. Όχι μόνο ξυλοκοπήθηκαν μέχρι αφασίας τρομαγμένοι μετανάστες, όχι μόνο φιλήθηκαν δολοφονικά χέρια, αλλά έντιμοι πολίτες, που λέει ο λόγος, χειροκρότησαν εν χορώ, τη δημιουργία νέων στρατοπέδων συγκέντρωσης για τους κολασμένους και αλλόθρησκους ανατολίτες. Λίγο παραπάνω ποσοστό και θα κυνηγούσαμε, εδώ στην υποτιθέμενη χώρα της Δημοκρατίας ,όσους εβραίους έζησαν από τις ορδές του Τρίτου Ράιχ. Στο όνομα τίνος όλα τα ανοσιουργήματα; Μα στην οικονομική κρίση που απειλεί, φοβίζει, τρομοκρατεί, θωρακίζει.
Τα ίδια συνέβησαν το 1933 και ας πούμε την αλήθεια πως ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι, ο Φράνκο, ο Σαλαζάρ, ο Μεταξάς και γενικά ο ναζισμός και ο φασισμός, όπου γης, είχαν πολυπληθές κοινό για να κυριαρχήσουν. Και τότε η ανεργία χτύπαγε κόκκινο και τότε η πείνα χτύπαγε καθημερινά το κατώφλι εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων. Και τότε, όπως και τώρα, τα θύματα ταυτίζονταν με τους θύτες, οι καταπιεζόμενοι με τους καταπιεστές, οι εξουσιαζόμενοι με τους εξουσιαστές.
Μόλις ξεπεράσουμε τα ενοχικά σύνδρομα, μόλις νομίσουμε ότι ψελλίσαμε κάποια λόγια αυτοκριτικής, νάμαστε πάλι στο μετερίζι για το αιώνιο παιχνίδι της εξουσίας.
Απαθείς  «γκαζετάκηδες», βλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος.
Τη στιγμή, της τηλεοπτικής παντοκρατορίας,  δεν έχει σημασία ότι οι «βάρβαροι» έρχονται επειδή είναι μικρός ο κόσμος.
Αντιγράφω ένα απόσπασμα από τον Αιμιλιανό Επικούρειο: «Όσοι δεν πρόλαβαν να πεθάνουν προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα προς την Ευρώπη, όσοι δεν στοιβαχτούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, όσοι δεν σακατευτούν από τα βασανιστήρια ή την καθημερινή βία της ανεργίας, της ανέχειας και του ρατσισμού εναντίον τους, αυτοί θα έρθουν να μας χτίσουν τα “μεγάλα έργα” των Ολυμπιακών, τους δρόμους, τις μεζονέτες και τα εμπορικά κέντρα. Θα έρθουν να μαζέψουν τις φράουλες, τα πορτοκάλια και τα ροδάκινα με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαΐ, θα έρθουν να καθαρίσουν τα σπίτια μας, να φροντίσουν τα παιδιά μας και τους ηλικιωμένους.
Και όλ’ αυτά με κακές προθέσεις. Επομένως τους αξίζουν όσα παθαίνουν – οι θάνατοι, οι εξευτελισμοί, η ζωή στο φόβο και τη στέρηση. Θα πρέπει δηλαδή να κανιβαλήσουμε και την αξιοπρέπειά τους για να τους αφήσουμε να ζήσουν. Αφού είναι υπάνθρωποι, μόνον σκλάβους μπορούμε να τους δεχτούμε. Όπως θα’ ‘λεγε και ο Χίτλερ».
Είμαστε όντως τυφλοί και στ’ αυτιά και στο νου και στα μάτια. Είχε δίκιο ο Σοφοκλής.

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

SMS

Ξέχασα έξω απ΄ το ποίημα τη μορφή σου
Θα κρυώνεις τώρα.
Μόνο τα έρημα μάτια .Αυτά έχω στα χέρια μου.
Ακούω το χιόνι. Τη ζωή προτού συμβεί.
Δεν αλλάζω έρεβος.
Αμνησία πολλών απόντων πραγμάτων.
Βιτριόλι του μυαλού. Φεύγω.
Μη με κοιτάζεις. Δεν είμαι τίποτα.
Έφερα τα νεκρά μάτια μου κοντά σου
να με χάνεις και να με βρίσκεις. 
Τις τσέπες γεμάτες πικραμύγδαλα.
Η νύχτα κλειστή από παντού,
Αλύπητο μικρόβιο.
Πως σκοτείνιασαν έτσι τα μάτια σου.
Πως νύχτα μου να σε κοιμίσω τώρα που φεύγεις.
Και μέσα σου να ουρλιάζει ο ουρανός.
Με την κραυγή τρόμος
ή εδώ δεν είναι η παρουσία σου.
Πια δεν έχω καρδιά.
Ταξίδι του αλλόκοτου θανάτου.
Οχετός των ονείρων κι ο καθρέφτης  δάκρυ.
Μόνο ο θάνατος θα έρθει  και θα χει τα μάτια σου.
Αρχίζω να ξενυχτώ πάλι με τα χρώματα της οδύνης. Κάποια μέρα δεν θα γυρίσουμε.
Θυμήσου με .
Πάρε το δρεπανάκι του ήλιου και σβήσε με.
Όλα μου τα δάκρυα. Όλα μου τα βήματα.
Όλες μου τις ανάσες θα στις δώσω για να υπάρξω.
Όχι τη λέξη αγάπη μα την αγάπη.

Ραντεβού στους δρόμους

Στη διάρκεια της χτεσινής πορείας –και ενώ η πλατεία Συντάγματος είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης- ένας κύριος γύρω στα 60 είχε κολλήσει δίπλα στη διμοιρία των ΜΑΤ που ήταν στην αρχή της Ερμού και δεν ήξερε τι έλεγε – ή μάλλον, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε.

Ο κύριος ήταν οργισμένος και καλούσε τους άνδρες των ΜΑΤ να φύγουν, λέγοντάς τους πως προστατεύουν τη χούντα, πως θα έπρεπε να ντρέπονται που χτυπάνε ανθρώπους που θα μπορούσαν να είναι γονείς τους, πως είναι κι αυτοί –οι αστυνομικοί- εργαζόμενοι, πως πληρώνονται με τα δικά μας χρήματα, και άλλα πολλά.

Οι άνδρες των ΜΑΤ δεν αντιδρούσαν. Κάποια στιγμή, ο άνδρας των ΜΑΤ που ήταν ακριβώς δίπλα του γύρισε και του είπε «έχετε δίκιο».

Η χτεσινή πορεία δεν έπρεπε να φτάσει στη Βουλή. Και ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της δεν έφτασε ποτέ στη Βουλή. Τα χημικά που έπεσαν στο σώμα της πορείας ανάγκασαν τους ανθρώπους να σκορπίσουν στους γύρω δρόμους. Λογικό, τα χημικά δεν αντέχονται.

Όσοι ήταν στη χτεσινή πορεία θα παρατήρησαν πως οι διαδηλωτές δεν έφευγαν. Προσπαθούσαν να βρουν ένα σημείο για να προφυλαχτούν από τα χημικά αλλά δεν έφευγαν.

Στην οδό Βουλής –όπου κατέφυγα για να σταματήσω το κλάμα και να πάρω μια ανάσα-, ήταν μαζεμένος πολύς κόσμος. Κάποια στιγμή, γυρνώ σε 4 νεαρούς που ήταν δίπλα μου και τους λέω «ήταν μια ακόμα καραμπινάτη προβοκάτσια» – εννοώ τα «επεισόδια» στην πλατεία Συντάγματος. Οι νεαροί με κοιτάνε με άδειο βλέμμα –σαν να μην έχω μιλήσει- και τότε συνειδητοποιώ το προφανές: είναι ασφαλίτες.

Οι ασφαλίτες στη χτεσινή πορεία ήταν εκατοντάδες. Ντυμένοι σαν αντιεξουσιαστές, σαν απλοί καθημερινοί άνθρωποι, σαν αθώα κοριτσόπουλα –υπήρχαν και γυναίκες- κατάφεραν να πετύχουν τον στόχο της Αστυνομίας (και της κυβέρνησης) που ήταν να διαλυθεί η πορεία και να μην φτάσει ποτέ στη Βουλή.

Πάντα υπήρχαν ασφαλίτες. Το θέμα είναι γιατί υπήρχαν τόσες εκατοντάδες ασφαλίτες σε μια εργατική διαδήλωση. Η απάντηση είναι πως το σύστημα ζορίζεται και τα δίνει όλα για να επιβιώσει.

Το πρόβλημα για τους ασφαλίτες είναι πως τους πήραν χαμπάρι όλοι –ακόμα και τα γερόντια-, τους φωτογράφιζαν και οι φωτογραφίες τους είναι τώρα σε όλο το διαδίκτυο. Υποθέτω πως κάποιοι απ’ αυτούς θα υποφέρουν το επόμενο διάστημα. Ας πρόσεχαν – η επιλογή επαγγέλματος και συμπεριφοράς βαρύνει τον καθένα από εμάς και ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του. Δεν σε υποχρεώνει κανείς να γίνεις τραμπούκος, ρουφιάνος και εχθρός του λαού – μόνοι τους το επέλεξαν. Αν κάποιοι απ’ αυτούς έχουν μετανιώσει, ας βγουν, ας ζητήσουν συγγνώμη και ας παραιτηθούν. Μπάτσος σε εποχή χούντας είναι επικίνδυνο επάγγελμα.

Την ώρα της διαδήλωσης, ο βουλευτής –και πρώην υπουργός- Κωστής Χατζηδάκης αποφασίζει να βγει χαρωπός από τη Βουλή και να διασχίσει το δρόμο, και δέχεται επίθεση όχι από «αναρχικούς» και «κουκουλοφόρους» -όπως θα ήταν βολικό- αλλά από ανθρώπους κάποιας ηλικίας.

Στις επιθέσεις που έχουν γίνει στους δρόμους της Αθήνας σε διάφορους πολιτικούς τον τελευταίο χρόνο, παρατηρούμε πως οι επιθέσεις γίνονται μάλλον από αυτούς που τους ψήφισαν. Δηλαδή, τους επιτίθενται οι πελάτες τους. Λένε πως ο πελάτης έχει πάντα δίκιο.

Αναρωτιέμαι πόσο έξυπνος είναι ένας πολιτικός που αποφασίζει να κάνει σουλάτσο στην πλατεία Συντάγματος την ώρα μιας τεράστιας διαδήλωσης που γίνεται την επόμενη ημέρα της ψήφισης του πλέον αντεργατικού νομοσχεδίου που ψηφίστηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Χωρίς πολλή σκέψη, καταλήγω στο συμπέρασμα πως δεν είναι καθόλου έξυπνος – είναι εντελώς βλάκας.

Κάποιοι πολιτικοί ξεγελιούνται επειδή μιλάνε από τα τηλεπαράθυρα του Mega και νομίζουν πως οι πολίτες τους χειροκροτάνε και τους αποθεώνουν από τα σπίτια τους. Στην πραγματικότητα, είναι ασφαλείς μόνο στο στούντιο του Mega ή όταν τους προστατεύουν οι μπράβοι τους. Το ίδιο ισχύει, βέβαια, και για τους τηλεδημοσιογράφους και τα αφεντικά τους. Προσπαθώ να φανταστώ ποια θα ήταν η τύχη της Όλγας Τρέμη και του Μπόμπολα, αν αποφάσιζαν να κατεβούν μια βολτίτσα μόνοι τους στη χτεσινή διαδήλωση – θα περνούσαν πάρα πολύ ωραία.

Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος και η πολιτική τηλεδημοσιογραφία καταδικάζουν τις φάπες που έφαγε ο Κωστής Χατζηδάκης. Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος λογικός και υγιής άνθρωπος που να χαίρεται, όταν βλέπει έναν άνθρωπο να δέχεται επίθεση. Βέβαια, βία δεν είναι μόνο οι φάπες στον κ. Χατζηδάκη – βία δεν είναι μόνο το ξύλο ή ο πόλεμος. Βία είναι το να οδηγείς με την πολιτική σου σε εξαθλίωση μεγάλο μέρος των πολιτών μιας χώρας. Βία είναι να έχεις φάει τα χρήματα που προορίζονταν για τη δημιουργία εθνικών οδών και δρόμων, με αποτέλεσμα να σκοτώνονται χιλιάδες άνθρωποι στην άσφαλτο. Βία είναι να οδηγείς ανθρώπους σε αυτοκτονία, επειδή δεν έχουν να πληρώσουν τα χρέη τους (αλήθεια, τους μετράει κανείς;). Βία είναι να αδιαφορείς για τα εξαθλιωμένα πρεζόνια, με αποτέλεσμα αυτά να επιτίθενται άγρια σε ανήμπορους ηλικιωμένους για να βρουν χρήματα να πάρουν τη δόση τους. Γενικά, το θέμα «βία» είναι ένα τεράστιο θέμα και όσοι το προσεγγίζουν με φράσεις όπως «καταδικάζω τη βία» ή «είμαι εναντίον της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται» είναι μάλλον αφελείς και ανιστόρητοι.

Μια από τις πιο βίαιες επιθέσεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας ήταν η φράση του Θόδωρου Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε τα λεφτά». Αφού τα λεφτά τα φάγαμε μαζί, αυτό σημαίνει πως ό,τι βλέπουμε γύρω μας-σπίτια, καταστήματα, αυτοκίνητα, κότερα κλπ- είναι αποτέλεσμα κλοπής και όχι τίμιας εργασίας. Άρα, αφού είναι κλοπιμαία, δεν υπάρχει λόγος να τα σεβαστεί κάποιος – μπορεί να τα κάψει, να τα ανατινάξει και να σκοτώσει τους ιδιοκτήτες τους. Και ποιος «δικαιούται» να το κάνει αυτό, αφού τα «φάγαμε μαζί»; Μα αυτός που δεν έχει τίποτε από όλα αυτά – αυτός που δεν «έφαγε». (Αυτό αφιερωμένο σε όσους αθώους απορούν για το πώς γεννιέται η βία.)

Στη χτεσινή πορεία είδα μέγα πλήθος. Είδα αποφασιστικότητα, απελπισία και μίσος – ταξικό μίσος. Επίσης, είδα αλληλεγγύη ανάμεσα στους διαδηλωτές – οι διαδηλωτές δεν άφηναν τους άλλους διαδηλωτές να πέσουν στα χέρια της Αστυνομίας, αλλά προσπαθούσαν να αποτρέψουν το ξύλο ή τη σύλληψή τους. Η λέξη «χούντα» ακούστηκε από χιλιάδες στόματα – μικρών και μεγάλων. Δεν πρέπει εκπλήσσει κανέναν – η τεράστια αποχή από τις εκλογές είχε στείλει το μήνυμα.

Οδεύουμε προς την τελική σύγκρουση; Επίκειται ανατροπή; Τι να πω; Το μόνο που ξέρω είναι πως όλα θα παιχτούν στον δρόμο – πάντα έτσι ήταν. Θα τα πούμε στο δρόμο. Με ψυχή βαθιά.
http://alithinapsemata.wordpress.com/

Η τρομοκρατία ως πράξη αθωότητας

Από πότε είκοσι χρονών παιδιά λέγονται τρομοκράτες;
Το να σε βαφτίζουν χριστιανό στα δύο και τρομοκράτη στα εικοσιδύο. Το να σε επαινούν που διάβαζες εξωσχολικά βιβλία και τώρα να τα προσκομίζουν ως αποδεικτικά στοιχεία εναντίον σου. Το να σου φοράνε λευκά πουκάμισα στην παρέλαση και τώρα άσπρα αλεξίσφαιρα στα δικαστήρια.
Οι νέοι καταζητούμενοι έχουν φωτογραφία αλλά δεν έχουν όνομα. Ακόμη και στις αφίσες της Άγριας Δύσης οι επικηρυγμένοι είχαν όνομα. Αλλά εδώ στην πολιτισμένη Δύση. Εδώ η κοινωνία καλείται να τους κατονομάσει. Ανωνύμως και εμπιστευτικώς. Μικροί κατήγοροι, εθελοντές καταδότες, αυτόκλητοι πληροφοριοδότες όλων των νόμων τηλεφωνηθείτε. Εμπρός λοιπόν
ρουφιανέψτε τα παιδιά σας.
Γι' αυτό σας φτύνουν στη μούρη. Γι' αυτό σας γαμοσταυρίζουν. Γι' αυτό το κάνουν μπροστά σας. Οι υπόλοιποι φτύνουμε πλάσμα οθόνες και βρίζουμε πιξελιασμένα πρόσωπα. Είμαστε όλοι μας αθόρυβοι δολοφόνοι που εγκληματούν με το μυαλό. Μέσα μας σας έχουμε ανατινάξει αλλά δεν έχετε κανένα θραύσμα πάνω σας. Μέσα μας σας έχουμε κλοτσήσει αλλά δεν έχετε καμιά μελανιά πάνω σας. Μέσα μας.
Διαμαρτυρόμαστε για όσους συνέλαβαν αδίκως, γι' αυτούς που τους φύτεψαν στοιχεία, για αυτούς που τους φυλάκισαν επειδή φόραγαν πράσινα all star. Αλλά μέχρι εκεί. Είναι αυτονόητο ότι δεν πρέπει να φυλακίζονται άνθρωποι που ουδέποτε έκαναν κάτι. Αλλά όσο διεκδικούμε το αυτονόητο, οπισθοχωρούμε. Κάθε φορά αρκούμαστε σε ένα μικρότερο αυτονόητο, οχυρωνόμαστε πίσω του και όταν μας το αρπάζουν ψάχνουμε να καλυφτούμε σε ένα μικρότερο. Όσο μικραίνει το αυτονόητο, μικραίνουμε. Όσο το κρατάμε ζωντανό υπομένουμε, αναβάλλουμε, βαλτώνουμε. Όσο στηριζόμαστε σε αυτό, καταρρέουμε.
Το αυτονόητο είναι πια να σκοτώσουμε, το αυτονόητο.
Τα παιδιά που κατηγορούνται ως τρομοκράτες είναι αθώα. Είναι το ίδιο αθώα με όλους εκείνους που κατά καιρούς τους φόρτωσαν κατασκευασμένες κατηγορίες. Γιατί οι πράξεις τους είναι αθώες. Είναι αθώα γιατί μόνο η αθωότητα σε κάνει να αντιδράσεις. Δεν μεταφέρουν ένα μήνυμα μέσα από τις πράξεις τους. Το μήνυμα αθώο, οι πράξεις τους αθώες.
Δεν αρκεί να αντιστρέψουμε τους χαρακτηρισμούς. Δεν αρκεί να πούμε ότι οι πραγματικοί τρομοκράτες είναι κράτη και καπιταλιστές, οι δημοσιογράφοι και οι δικαστές. Δεν αρκεί να πούμε ότι το σύστημα είναι ένοχο. Πρέπει να υπερασπιστούμε τη δράση τους ως πράξη αθωότητας.
Τα παιδιά αυτά έχουν τα κότσια να κάνουν ότι εμείς κάνουμε υποθετικά. Εμείς δειλοί θεωρητικοί, φλύαροι, απραγείς, μανιέρες του εαυτού μας. Μιλάμε σαν να μας έχουν μεταγλωττίσει και γράφουμε σαν να μας έχουν υποτιτλίσει. Εμείς αρνούμαστε τις κατηγορίες αυτοί αναλαμβάνουν την ευθύνη.
Αυτά τα παιδιά είναι οι φίλοι μας. Γι' αυτό δεν τους βρίσκετε, γιατί τους κρύβουν οι φίλοι τους. Ούτε αλληλεγγύη ούτε συντροφικότητα. Απλή φιλία.
Όταν η εξέγερση τελειώσει, τότε γυρίζεις σπίτι σου, επιστρέφεις στη δουλειά σου, διηγείσαι ιστορίες. Όταν η εξέγερση δεν συνεχιστεί συλλογικά, κάποιοι τη συνεχίζουν ατομικά. Όταν δεν ακολουθούν όλοι, κάποιοι προχωράνε μόνοι. Με τις όποιες συνέπειες.

(Το κείμενο είναι του Γιώργου Ζώη και δημοσιεύτηκε στο κοντέινερ της ελευθεροτυπίας στις 6 Δεκεμβρίου 2010)

Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Η χώρα σαν ανατρεπόμενο φορτηγό

Tου Παντελη Mπουκαλα
Ολα τριγύρω αλλάζουνε. Και, αντίθετα με όσα λέει το τραγούδι, τίποτα δεν μένει το ίδιο - κι όχι μονάχα γύρω μας αλλά και μέσα μας, αφού αλλάζουν οι ίδιες οι αξιώσεις μας από τη ζωή κι ο τρόπος που τη μετράμε και τη ζούμε, με αίσθημα καταπονημένου αχθοφόρου παρά με την όρεξη που της αρμόζει. Και μπορεί να βρισκόμαστε ακόμα σε κάποια απόσταση από την «εθνική κατάθλιψη» που διέγνωσαν οι κομματικοί ιατροί συνεπαρμένοι από την ίδια τη ρητορική της αντιδικίας τους, η δυσθυμία, ωστόσο και η μελαγχολία έχουν τρυπώσει στην ψυχή της μεγάλης πλειονότητας, αυτής που απαρτίζει τα δύο τρίτα, με το νέο πλέον περιεχόμενό τους: τα δύο τρίτα με τις μισθολογικές περικοπές, τις συνταξιοδοτικές μειώσεις, τις απολύσεις, την «ευέλικτη» εργασία, την εκ περιτροπής δουλειά, σχεδόν μαύρη πια, πoυ πολλούς τους καθιστά μετανάστες στον ίδιο τους τον τόπο, από τη σκοπιά των ατομικών και εργασιακών δικαιωμάτων και των απολαβών.
Καλά συντονισμένη η επιχείρηση σωφρονισμού του κοινωνικού σώματος, επιχειρεί να πείσει ότι όλα, μα όλα όσα τώρα χάνονται, συνιστούσαν «δώρα» εκ μέρους ενός κράτους αγρίως κομματικοποιημένου που οι πελατειακές ανάγκες του το οδηγούσαν αναπόφευκτα σε μια γαλαντομία που έτρωγε από το μέλλον της χώρας, άρα δικαίως αναιρούνται. Αλλά ούτε οι κλαδικές συμβάσεις ήταν «επίδομα» (σαν το «επίδομα έγκαιρης προσέλευσης στην εργασία», λ.χ., ή το «επίδομα εξυπηρέτησης πελάτη») ούτε το σταθερό ωράριο και τα ασφαλιστικά δικαιώματα. Ούτε όσο κράτος πρόνοιας υπήρξε, όπως υπήρξε, ψευδεπίγραφο σε αρκετές περιπτώσεις, ήταν απόρροια κάποιας «επιδοματικής πολιτικής». Προηγήθηκαν μακρόχρονοι αγώνες, εδώ και σε όλον τον κόσμο, ώσπου να δικαιωθούν τα «παράλογα» αιτήματα· τα «κεκτημένα» δεν δωρήθηκαν. Και τώρα, εδώ, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, αναγεωγραφείται η πολιτεία, δήθεν «ωριμότερα», και ανακατασκευάζεται η κοινωνία, αλλά με μια μέθοδο που προϋποθέτει το τσάκισμά της, την απογύμνωση, αν όχι και την ταπείνωσή της
Μια πτυχή, από τις σκληρότερες, αυτού του σχεδίου είναι ο κερματισμός του κοινωνικού σώματος σε μονάδες που δεν θα διασώζουν κανένα ενδιαφέρον για οποιαδήποτε συλλογικότητα και δεν θα νιώθουν ότι βρίσκονται υπό τη σκέπη οποιουδήποτε «εμείς», έστω στρεβλωμένου. Από τις κλαδικές συμβάσεις στις επιχειρησιακές κι από ’κει στις απολύτως ατομικές, αλλάζει το Παράδειγμα, ο τρόπος που μετέχει κανείς στο όλον· μια κοινωνία από ασύντακτα κύτταρα, τίποτε δεν μπορεί να προστατέψει και για τίποτε άλλο να νοιαστεί πέραν της στοιχειώδους επιβίωσης. Με τις ανατροπές που επιβάλλουν οι επιτηρητές, η χώρα μεταλλάσσεται σε ανατρεπόμενο φορτηγό: σηκώνεις το ένα άκρο της καρότσας, αδειάζεις το περιεχόμενό της (τους ανθρώπους και τα δικαιώματά τους) στη χωματερή της «αναμόρφωσης» και προχωρείς αγέρωχος προς το μέλλλον. Υπέροχα.
Καθημερινή, 14 Δεκεμβρίου 2010

Η γέννηση ματαιώνεται !

Ο Ιωσήφ πρέπει να πληρώσει περαίωση,

η Φάτνη να τακτοποιηθεί ως ημιυπαίθριος,

η Παναγία δεν παίρνει επίδομα τοκετού,

οι Άγγελοι δεν πετάνε λόγω απεργίας των ελεγκτών και

οι 3 Μάγοι φοβούνται ότι θα απελαθούν ως λαθρομετανάστες!

Ένα παραμύθι για τον έρωτα...


Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα, επειδή λυπήθηκε την Ανία, πρότεινε να παίξουν κρυφτό.
Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακού...σει, ενώ η Περιέργεια που δεν μπορούσε να κρατηθεί ρώτησε: «τι είναι το κρυφτό»;
Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν :
Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και ο Άνανδρος δεν ήθελε να ρισκάρει.
«Ένα, δύο, τρία» άρχισε να μετράει η Τρέλα.
Η πρώτη που κρύφτηκε πίσω απ΄ τον πρώτο βράχο ήταν η Τεμπελιά που βαριόταν.
Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου, που με τη δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Ο Αλτρουισμός δεν μπόρεσε να κρυφτεί, γιατί κάθε μέρος που έβρισκε το άφηνε για κάποιον άλλο, ενώ η Γενναιοδωρία κάθε κρυψώνα που έβρισκε την παραχωρούσε σε όποιον της την ζητούσε.
Ο Εγωισμός αντίθετα βρήκε καλή κρυψώνα, αγνοώντας όλους τους γύρω του, ενώ ξοπίσω του έτρεξε η Ρουφιανιά.
Το Ψέμα κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού, ενώ το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σ΄ ένα ηφαίστειο.
Ο Έρωτας δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.
«....1000» μέτρησε η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά, αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε φωναχτά στον ουρανό με το Θεό.
Ένιωσε το σεισμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και, αφού βρήκε τη Ζήλια, δεν δυσκολεύτηκε να βρει και το Θρίαμβο που θριαμβολογούσε για την κρυψώνα του.
Βέβαια, βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε αποφασίσει ακόμα που να κρυφτεί.
Η Γενναιοδωρία αποκαλύφθηκε μόνη της για να βοηθήσει, οπότε ο Αλτρουισμός φιλοτιμήθηκε και βγήκε δίπλα της.
Στο μεταξύ, η Ρουφιανιά, πηγαίνοντας να καρφώσει τον Εγωϊσμό, αποκαλύφθηκε μαζί του.
Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους, εκτός απ΄ τον Έρωτα.
Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα.
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα κι απ΄ το θυμό της άρχισε να τον κλωτσάει νευρικά, ώσπου ακούστηκε ένα βογγητό πόνου.
Ήταν ο 'Ερωτας, που τα αγκάθια της τριανταφυλλιάς τον είχαν τυφλώσει!
Η Τρέλα ταράχτηκε, δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγνώμη.
Στο τέλος, μην μπορώντας να ξαναδώσει το φως του στον Έρωτα, ορκίστηκε να γίνει ο οδηγός του.

Κι από τότε, ο Έρωτας είναι τυφλός και η Τρέλα τον συνοδεύει ! "

Εχουμε πόλεμο


Κατοχή από κατοχή, δεν έχει διαφορά» του είπα. Και ήρθε το ξέσπασμα!
Τότε μες τη δίνη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου τολμήσαμε και είπαμε ΟΧΙ .Τότε ήταν φανερός ο εχθρός, τότε ήταν συγκεκριμένη η ξένη κατοχή. Σήμερα;
Μετά από 66 χρόνια που έφυγαν οι Γερμανοί του Χίτλερ, πως καταφέραμε να ξανα...φέρουμε τους Γερμανούς της Μέρκελ;
Σήμερα είπαμε Ναι!
Μετά τον πόλεμο η Ευρώπη στήθηκε ξανά στα πόδια της ,εμείς φάγαμε τα μούτρα μας στον εμφύλιο, στην εκδίκηση μετά ,τη χούντα παραμετά και τα παραμύθια ακόμα πιο μετά..
Και φθάσαμε σ' αυτή την υποδούλωση ,την πιο εξευτελιστική απ' όλες!
Έτσι γίνονται οι πόλεμοι σήμερα ,οι οικονομικές σφαίρες τους αργοπεθαίνουν τον λαό… όχι τους έχοντες και κατέχοντες, αυτοί στην αναμπουμπούλα χαίρονται..
Αν περιμένουμε απ' τους ταγμένους των ΗΠΑ και των Τραπεζών να μας σώσουν είμαστε πολύ γελασμένοι ..
Αυτοί είναι οι κατακτητές της χώρας σήμερα και η πέριξ συμμορία που τους γλύφει για ίδιον όφελος .. και εννοώ την ντόπια συμμορία !
Οι μεν της δεξιάς φανερά και οι άλλοι οι ''σοσιαλιστές'' με την μάσκα τους !Και οι δύο παραδομένοι στα συμφέροντά τους έφθασαν τη χώρα και το λαό στο αδιέξοδο..
Κι ο λαός τι έκανε ,απολάμβανε τις παροχές και αντιπαροχές ..το πάθος του καταναλωτισμού!
Κι έτσι υποδουλωθήκαμε όλοι μαζί στα έξυπνα σχέδια των δανειστών !
Πέρασαν 36 χρόνια απ' τη δικτατορία και μετά και αντί να στεριώσουμε μια δημοκρατία με αγνά υλικά ,κτίζαμε πύργους στην άμμο και παίζαμε με τα κουβαδάκια μας !
Τώρα μια επανάσταση μένει. Αυτή  της  τσέπης.  H τσέπη καθόρισε τα τελευταία χρόνια την χώρα, αυτή έχει το λόγο..
Διάβαζα πριν την σπίθα που έριξε ο Θεοδωράκης για προβληματισμό...ούτε αυτή δεν είναι ικανός να διαβάσει ο Έλληνας σήμερα ! Ένας Θεοδωράκης που έχει ανάστημα στα 85 του. Που θα του ''ταίριαζε'' η σιωπή λέει τις πιο ωμές αλήθειες ..
Ποιός πρέπει να πολεμήσει να φύγει η υποδούλωση, αν όχι εμείς ο λαός! Που είναι ο λαός ;
Ίσως στην πιο βροντερή σιωπή που έπεσε ποτέ στη χώρα ..
Μια σπίθα χρειάζεται να ανάψει τη φωτιά ..
Μια σπίθα να ξεκινήσει η απελευθέρωση ..
Κι ένα «μολών λαβέ» απ' όλους μας ...
Είναι αλήθεια, λοιπόν. Έχουμε πόλεμο. Μη το γελάς μωρό μου, λέει ο Τζίμης Πανούσης.
Κωστής Ταξιδεύων

Οταν ήρθαν

«Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους,
δεν διαμαρτυρήθηκα, γιατί δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν για τους κομμουνιστές δεν φώναξα,
γιατί δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν κατεδίωξαν τους τσιγγάνους,
ούτε τότε φώναξα, γιατί δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό,
δεν έκανα τίποτα γιατί δεν ήμουν καθολικός.
Μετά ήρθαν να συλλάβουν εμένα,
αλλά δεν υπήρχε πια κανείς να αντισταθεί μαζί μου».
Μπέρτολντ Μπρεχτ