Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Ανώνυμε ασφαλίτη


"Σύντροφε" ασφαλίτη ανώνυμε Α’
Προβοκάτσια είναι να στέλνεις ξανά ένα κόσμο που ζυμώνεται στους καναπέδες. Προβοκάτσια είναι να παίζεις το παιχνίδι των αφεντικών, που υποτίθεται πολεμάς. Προβοκάτσια είναι σκοτώνεις αθώους. Δειλία είναι να κρύβεσαι πίσω από τα κορμιά δεκάδων χιλιάδων για να σπάσεις μια βιτρίνα και –να το σημειώσω-πάντα με ΟΛΟΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ βαριοπούλα. Που στην «έφοδο προς τον ουρανό» δεν είναι μόνο οι τράπεζες, αλλά και τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζάκια όλων εκείνων που χρωστάνε τα μαλλιοκέφαλά τους στο γαμημένο σύστημα.
Θέλεις να παίξεις για άλλη μια φορά το παιχνίδι «κλέφτες και αστυνόμοι»… Πήγαινε στους δρόμους μόνος ή με τους υπερεπαναστάτες συντρόφους σου και μην αφήσεις κεφάλι μπάτσου στη θέση του. Κάψε, βάλε φωτιά στα όνειρά σου, πέρνα στην άλλη όχθη με το κεφάλι ψηλά, μα όχι με ασπίδες αυτούς που δεν ακολουθούν την δική σου πρακτική. Κι αν ανοίξεις εσύ κι οι όμοιοί σου το δρόμο για ένα άλλο κόσμο χωρίς καταπίεση και αφεντικά, ένα κόσμο που θα κυκλοφορούν οι ιδέες και η φαντασία,  να το ξέρεις πως θα γίνουμε εκατομμύρια. Μα τώρα κάτσε στην άκρη, διάβασε, ακόνισε τη σκέψη σου, σκέψου ότι ο κόσμος θέλει να τα αλλάξει όλα και δεν τον αφήνεις ΕΣΥ, επειδή με τον τρόπο σου υπηρετείς το ΣΥΣΤΗΜΑ. Που ήσουν προχτές για να συμπαρασταθείς στα παιδιά που έπιασαν και βρίσκονταν στα δικαστήρια; Μαλακιζόσουν ή έπαιρνες εντολές από την ΕΥΠ. Που ήσουν χτες που γινόταν η δίκη; Στο ίδιο μέρος για να συντονίσετε τις επόμενες κινήσεις σας. Προχτές μόνο μια κοπέλα βρέθηκε στην Ευελπίδων και ευτυχώς χτες εμφανίστηκαν σαράντα αλληλέγγυοι που πίστευαν στη συντροφικότητα.
Θα σου πω και κάτι άλλο: Μπορεί να καταρριφθεί η συνωμοσία των μυστικών δυνάμεων και να  πιάσουν εσένα και κάποιους άλλους ηλίθιους για τα τρία απανθρακωμένα κορμιά στη Μαρφίν τον περσινό Μάη. Γιατί αν δεν το είχες κάνει , ούτε Μνημόνιο θα πέρναγε ούτε στην άβυσσο θα βρίσκονταν σήμερα οι κολασμένοι μισθωτοί και συνταξιούχοι. Παίξε λοιπόν το παιχνίδι τους και πέσ’ το φωναχτά: Είμαι προβοκάτορας. Έμμισθος ,αν είσαι επαγγελματίας. Άμισθος, αν είσαι ηλίθιος. Η ρίξε το φταίξιμο στους άλλους  και κάρφωσε το λαό, όπως το συνηθίζεις, λέγοντας «Ζήτω ο προβοκάτορας λαός». Αν δεν το καταλάβεις έγκαιρα τι ακριβώς είσαι , σπάσε το κεφάλι σου με τη βαριοπούλα. Και ζήτα να σου δώσουν καινούργια, όχι μεταχειρισμένη…

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Νεόπτωχοι ονειρευτές του χρόνου

«Καμιά φορά είναι καλοκαίρι/ κι έχω ήλιους να κοιτώ και θάλασσες…»


Ψάχνω στο λεξικό. Δεν βρίσκω άκρη στις ερμηνείες. Χρόνος, διακοπές, φτώχεια, πετρέλαιο, χρήμα, στατιστικές εναλλάσσονται. Καταιγίδες ανοιξιάτικες.
Το «υγρόν πυρ» έβαλε φωτιές στις τσέπες, στις αγορές , στα όνειρα. Ο πανικός ελλοχεύει, καθώς αδυνατούμε να προσφέρουμε εναλλακτικές λύσεις, δέσμιοι της αλόγιστης ουτοπίας. Ο χρόνος σε συνάρτηση με το χρήμα, καταντούν αρρωστημένο δόγμα. Ο χρονοαποταμιευτήρας της καθημερινότητας γεμίζει με τον κλεμμένο χρόνο των παιδιών, των φίλων, των αγαπημένων προσώπων. Όσα κι αν είναι τα αγαθά που κατέχουμε, τα κινητά και τα ακίνητα, όσες κάρτες κι αν στριμώχνονται στο πορτοφόλι  για  να μας δώσουν την παγιδευτική ευκαιρία της συμμετοχής σε έναν πλαστικό και πλαστά πλούσιο κόσμο, κατά βάθος είμαστε φτωχοί. Πιο σωστά νεόπτωχοι. Γιατί οι παλαιότεροι είχαν την «πολυτέλεια» να μοιράζονται το στεναγμό τους. Εμείς μοναχικοί καβαλάρηδες ενός άπιαστου χρόνου που κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο «ελεύθερος».
Κι εδώ έρχεται η δεύτερη παγίδα. Αυτή των διακοπών. Έτσι νομίζουμε. Γιατί οι οικείοι εμάς ζητούν και αυτό το σφραγισμένο λόγο που σπάνια βγαίνει από το στόμα μας. Προσωπική είναι η ανάγκη για χαλάρωση και δια-κοπή της μιζέριας. Επειδή δεν κατανοούμε πως δεν μας λείπει ο χρόνος που θα μετατραπεί σε χρήμα, αλλά ο χρόνος που θα τον μοιραστούμε δίχως το άγχος του ρολογιού. Ο χρόνος της προσφοράς. Κι αν αυτό το καταλαβαίναμε θα είμαστε ευτυχισμένοι στη βεράντα του σπιτιού, απαλλαγμένοι από το δόκανο της εσωτερικής τσιγκουνιάς. Θα είμαστε πλήρεις πάνω σε μια απλή πέτρα που μιλάει και σωπαίνει για αιώνες.
Ας θυμηθούμε ότι και με τους παιδικούς φίλους που τυχαία συναντιόμαστε στο δρόμο, δίνουμε την υπόσχεση να «βρεθούμε κάποια στιγμή», μέσα από τις τυπολογίες «χαθήκαμε βρε παιδί μου» ή «μια άλλη φορά» που δεν έρχεται.
Ξεχάσαμε τους γραμματικούς χρόνους. Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Μπερδεύουμε τις υποσχέσεις με τις εποχές. Το σήμερα με το χτες. Το αύριο με το παρελθόν. Εν  τέλει λείπουμε  απ’ αυτό που ζούμε. Δεν είμαστε μέσα στο βίωμά μας.  Παρατηρητές, θεατές, απειλούμε τη στιγμή, κυνηγώντας την  επόμενη. Βάζουμε τις στιγμές να συνωμοτήσουν, να σμίξουν σ΄ έναν αθέατο χρόνο αφήνοντας ξεκρέμαστο το τώρα. Μα δεν είναι αλήθεια πως όλες οι δυστυχίες πηγάζουν από την ανεξήγητη αγωνία για την αιωνιότητα;  Μήπως δεν είναι ο έμφυτος φόβος μας για το θάνατο; Μήπως οι παλιές πληγές, μοιραία, δεν θα ψηλαφηθούν κάποτε; Δεν θα υπάρχουν πάντα εκείνες οι στεντόρειες φωνές να θυμίζουν τους ακατάπαυστους πανώριους άνεμους των τροπικών στην ψυχή μας; Πως χάσαμε το μέτρο της ζωής;
Ας θυμηθούμε τον Ίρβινγκ Γιάλομ που προειδοποιεί πως «αρκεί να σταματήσουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο παρελθόν» για να διασώσουμε το μέλλον μας.
Δημήτρης Τσιπούρας

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Αυτοχθονία αμώμου συλλήψεως



Στις παραδόσεις των Ελλήνων, μας πληροφορούν τα φιλοσοφικά λεξικά, ήταν πλατιά διαδεδομένη η αντίληψη του αυτοχθονισμού. Η πεποίθηση , δηλαδή, ότι ορισμένες φυλές ξεφύτρωσαν από τη γη, που ύστερα την έκαναν πατρίδα τους, ενώ άλλες μετακινήθηκαν και έχασαν την προνομιακή σχέση τους.
Αθηναίοι ρήτορες και συγγραφείς συνδέουν συχνά τις αφηγήσεις τους για την αυτόχθονη γέννησή τους με το αίσθημα της ευγενικής τους καταγωγής, ενισχύοντας κατά κάποιο τρόπο την άποψη του Πρωταγόρα για δημιουργία πλασμάτων κάτω από την επιφάνεια της γης, όπου χθων είναι η γη.
Πριν τους Αθηναίους και οι Αρκάδες ισχυρίζονταν πως υπήρχαν πριν τη γέννηση της σελήνης και γι’ αυτό αυτοαναγορεύτηκαν προσεληνήτες. Ο μύθος της αυτοχθονίας, για τους κατοικούντες την Αττική γη, περιέλαβε τον Κέκροπα, αλλά κυρίως τον Ερυχθόνιο, που ήταν κι αυτός αυτόχθονας και διφυής, όπως και ο Κέκροπας. Μητέρα του, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν η Γη, πατέρας του ο Ήφαιστος και γεννήθηκε με έναν περίεργο τρόπο.
Ο Ήφαιστος μόλις είδε την Αθηνά, ένιωσε δυνατή ερωτική επιθυμία και θέλησε να ενωθεί μαζί της. Η θεά, που αισθανόταν αποστροφή για την ερωτική πράξη, τον απέκρουσε κι έφυγε, ενώ εκείνος την ακολουθούσε με δυσκολία. Κάποια στιγμή την πρόφτασε. Η Αθηνά τον κτύπησε με το δόρυ της, αλλά το σπέρμα του Ήφαιστου έπεσε στο πόδι της. Τότε η θεά πήρε μια τούφα μαλλί, σκούπισε το πόδι της και το πέταξε στη Γη, που γονιμοποιήθηκε και γέννησε ένα αγόρι που το ονόμασαν Εριχθόνιο (από το έριο = μαλλί και χθων = γη). Ο Εριχθόνιος, αυτοφυής, ατόφιος, «καθαρός», ανέτρεψε τον Αμφικτύωνα και βασίλεψε στην Αθήνα, 3.500 χρόνια πριν.
Υπήρχαν, βέβαια, και οι βάρβαροι. Για αυτούς, ακριβώς, φτιάχτηκε η παράδοση με τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα, οι οποίοι, μετά τον κατακλυσμό, πέταγαν πέτρες - "λίθινο γόνο" λέει ο Πίνδαρος και από τις πέτρες ξεφύτρωναν οι διάφοροι λαοί... Το ζήτημα φιλοσοφικά αναλύθηκε από εκλεκτούς επιστήμονες, όπως, τελευταία, ο Μαρσέλ Ντιτιέν, που επεκτείνεται στον Θηβαϊκό κύκλο,  για να καταδείξει την ευπρέπεια , αλλά και την ετερότητα του μύθου. Ποιοι, δηλαδή, είναι αυτόχθονες σε κάθε τόπο και ποιοι κάτοικοι, ξένοι, επισκέπτες. Ας αφήσουμε, για λίγο την Αθήνα των φιλοσόφων, των ρητόρων και των ποιητών.
Γιατί, όλοι είμαστε ξένοι στον τόπο μας. Με την έννοια ότι αποτελούμε τα προϊόντα μιας απίστευτης ανακύκλωσης γονιδίων από όλες τις γωνιές της γης, από όλες της κόγχες της ιστορίας της. Δεν γεννηθήκαμε, όπως αναφέρει ο Λουκιανός για τους Αθηναίους «καθάπερ τα λάχανα». Από την άποψη αυτή, οι μόνοι που δικαιούνται να αισθάνονται σαν στο σπίτι τους, σχολιάζει ο συνάδελφος Κ. Κιμπουρόπουλος, στον «Κόσμο του Επενδυτή» είναι οι Αφρικανοί, όσους, τουλάχιστον, η πείνα, η υπανάπτυξη, το AIDS, οι εμφύλιοι, η αποικιοκρατία, οι ιεραποστολές, η λεηλασία των φυσικών πόρων από τους «εκσυγχρονιστές» της Μαύρης Ηπείρου δεν τους διώχνουν από τα ενδιαιτήματά τους. Όλοι οι άλλοι είμαστε σταγόνες από τον χυλό που παρήγαγε το μίξερ της ιστορίας και κατά συνέπεια «ξένοι στον τόπο τους». Οι άνεργοι που  προστίθενται στην οδυνηρή εφεδρεία της απασχόλησης, οι απόφοιτοι που δεν θα εισαχθούν στα πανεπιστήμια, οι μικροεπιχειρηματίες που τους ξεβράζει η κρίση, οι αγρότες που πρέπει να πουλήσουν τη γη τους, οι νέοι που δεν έχουν αύριο…
Δημήτρης Τσιπούρας

Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 2011

Γιάννης Ρίτσος:Ερωτας και Επανάσταση

"Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη/την είπαν ο
έρωτας και η Επανάσταση./Ολη σου
την σιωπή την είπε η ποίηση".

Ετσι,μ' αυτά τα λόγια, αποκρυπτογράφησε προς το τέλος του βίου  τη μεγάλη του πορεία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος,αφήνοντας την τελευταία του πνοή μια νύχτα Κυριακής «πολύ αργά μέσα στη νύχτα», λίγες ώρες διαφορά από τον Αλέξη Μινωτή,στις 11 Νοεμβρίου 1990."Να με θυμόσαστε-είπε.Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/χωρίς ψωμί,χωρίς νερό,πάνω σε πέτρες και αγκάθια,/για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα."
Είκοσι τεράστια χρόνια μετά το μεγάλο ταξίδι ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ.Με τον επιβλητικό λόγο του και τη σεβάσμια μορφή να μας οδηγεί στα μονοπάτια του Ερωτα και της Επανάστασης.Πολυγραφότατος και ακόμα αστείρευτος,αφού απο το ογκώδες έργο που πρόλαβε να γράψει, δεκάδες τόμοι δεν έχουν εκδοθεί ακόμα.Εργο που είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το ογκώδες ποιητικό έργο του Παλαμά,το οποίο με τη σειρά του,είναι σχεδόν διπλάσιο σε έκταση από το ποιητικό έργο του Σικελιανού,που θα μπορούσε κι αυτός να χαρακτηρισθεί πολυγραφότατος,μας πληροφορεί ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς.
Μεταφρασμενος σχεδόν στα πέρατα της Oικουμένης ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας ζωντανός μύθος,αφού το κόμμα στο οποίο έντάχθηκε απο τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέσα από το οποιο πάλεψε,εξορίστηκε,βασανίστηκε,είχε φροντίσει να του στήσει ένα "ζωντανό άγαλμα".Και αυτός συνέχιζε να μεταλλάσσει τον δικό του πόνο,τους μύχιους καημούς και σκέψες ,σε πόνο της Ρωμιοσύνης,εξασφαλίζοντας έτσι την αθανασία του."Πιστεύω στον Ερωτα και την Επανασταση/γι΄αυτό ακριβώς πιστεύω στην Αθανασία" 'εγραψε κάποια στιγμή.Ισως γιατί ήξερε πως μέσα από τον προσωπικό αγώνα καθε άνθρωπος και μέσα από τις μαζικές διαδικασίες-όπως έλεγε το κόμμα-βαδίζει προς την τελική ανεξαρτησία.
"Ξέρω/καθενας μονάχος πορεύεται στον έρωτα.Μονάχος/στη δόξα και στο θάνατο/Το ξέρω .Το δοκίμασα.Δεν ωφελεί" κραυγάζει στην "Σονάτα του Σεληνόφωτος "τον Ιούνιο του 1956.
Δειλιάζει όποιος στέκεται μπροστά στο επιβλητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου,γιατί καταπιάστηκε με το καθετί και έβαλε την μοναδική προσωπική του σφραγίδα.Στην ποίηση,όπου χαρακτηρίστηκε ως "ο μεγαλύτερος ζων ποιητής",στην πεζογραφία γιατί στο "Ισως νά 'ναι κι έτσι" και στα «Προκυνητάρια» του, προκάλεσε το κόμμα και έστρεψε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας,έστω χωρίς να το θέλει,στη ζωγραφική,επειδη κανένας άλλος δεν μίλησε μ΄αυτό τον απαράμιλλο τρόπο στον χρωστήρα,κανένας άλλος δεν σμίλεψε τόσο ανθρώπινα, πέτρες και ρίζες δεντρων,με τόση επάρκεια και τόση εμπύρετη μνήμη χεριών και μυαλού.
"Πόση γνώση-σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας-χρειάζεται γιά να φτάσει ο ποιητής, ο πολυγραφότατος ποιητής,αυτός που κατ' επανάληψη απέσπασε από τη γλώσσα ισχυρότατους ρυθμούς και νοήματα ατίμητης παραμυθητικής τρυφερότητας,αυτός που τίμησε και ύψωσε τις πιό ταπεινές λέξεις,που στέγασε στη γενναιοδωρία του τα πιό ταπεινά πράγματα και συντρόφεψε και με το βίο του,προπαντός μ΄αυτόν και με την ποίησή του τους ταπεινούς των ανθρώπων,πόση γνώση,λοιπον,και πόση απόγνωση χρειάζεται γιά να γράψει "με το δάκτυλό του/ένα ΜΗΔΕΝ".Γιατί όπως ο ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου γράφει τον Αύγουστο του 1987 «εκεινα που δεν έλεγες ποτέ,ακριβώς εκείνα/έδιναν αίμα στα λόγια που ελεγες και έμεναν στον αέρα/μετέωρα,διφορούμενα,σαν ανεξήγητοι ήχοι/νυχτερινής μελλοντικής μουσικής".Και ακόμα γιατί "Ισως και νά'χουν κάποια αξία/αυτά που αφήσαμε πίσω μας/...Μα τώρα και τούτο το "ίσως" πάνω στα χείλη σου/έχει χλωμιάσει και γεράσει".
Αν ζούσε σήμερα αυτός ο γίγαντας της ποίησης δεν θα ήξερε που να γείρει τη μνήμη του με τόσα γεγονότα που συμβαίνουν.Γεγονότα που είναι βέβαιο πως θα τον πήγαιναν πίσω στα χρόνια της εφηβείας,της άντρωσης και της πάλης γιά ένα καλύτερο Αύριο.Πόσα από τα καλλιγραφικά του γράμματα δεν θα ξεδίπλωνε στο άγραφο χαρτί γιά να τραγουδήσει και να κλάψει συνάμα,για τα τόσα που εκτυλίχθηκαν σαν σκοτεινα γεφύρια στη Σρεμπένιτσα,το Πάλε,την Κράϊνα,τόπους δηλαδή που είχε γνωρίσει παλιά,κάτω από άλλες συνθήκες.Τοτε που κλείνανε ερμητικά οι γέφυρες της Επανάστασης και οι σύντροφοι του ξεκληρίζονταν στις πέντε ηπείρους,ενώ όσοι έμειναν στην Πατρίδα τη γνώριζαν μέσα απο το πιό άγριο προσωπό της. Βασανιστήρια,φυλακίσεις,εξορίες,εκτελέσεις,βιασμούς του κορμιού και της συνείδησης.
Τι να γράψεις όμως μέσα σε ένα σύντομο σημείωμα γιά τον μεγάλο αυτό Ανθρωπο. «Τώρα/δεν έχεις τίποτε να πεις ,αφού δεν έχεις τίποτε να κρύψεις» εγραφε στο Καρλόβασι,καθισμένος σ' εκείνη την πέτρα που ο ίδιος είχε σμιλέψει στ' ακρογιάλι και αναπολώντας όλα αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν προλάβαινε,γιατί "τι να πρωτοδιορθώσεις;" μεσα στα ανελέητα ξερά καλοκαίρια και τους βομβαρδισμένους χειμώνες.






               Πέτρες, κόκκαλα , ρίζες
              =================== 

Αν όμως ο Γιάννης Ρίτσος έμεινε στη μνήμη μας ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Οικουμένης,λίγοι είναι αυτοί που γνώρισαν την αγάπη και την πνοή που έδινε στα ταπεινα αραβουργήματα της Φύσης.Κατ΄εξοχήν "οπτικός τύπος" οπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος γιά τον εαυτό του,αναζητουσε την έκφραση μέσα στις πολύωρες,θανατερες μοναξιές του,όταν ούτε οι σύντροφοι μπορούσαν να ανταλλάξουν ένα ζεστό λόγο,στις πέτρες,τα κόκκαλα,τις ρίζες,που βρισκονταν άφθονα γύρω του."Οι ριζες υποβάλλουν μιάν αγριότητα.Τα κόκκαλα και οι πέτρες,το κάλλος ή την ελεγειακότητα.Και η ευτυχία στην τέχνη περιέχει πολύ συχνά ένα στοιχείο ελεγειακό" έγραφε σε ένα σημείωμα του στο περιοδικό "Η Λέξη" τον Οκτώβριο του 1981.
Σε ένα άλλο κείμενό του στο περιοδικό "ΑΝΤΙ",τον Ιούλιο του 1975,ο ιδιος ο ποιητής δίνει την προσωπικη του μαρτυρία,γιά την ενασχόλησή του με τις ρίζες,τις πέτρες,τη ζωγραφική,τα κόκκαλα.
"Περα όμως από τις αυθαίρετες ίσως συσχετίσεις,γενικεύσεις και τους απλοϊκους συμβολισμούς(που κολακεύουν τη σπουδαιοφάνειά μας και ευκολύνουν τάχα τη συνεννόησή μας με τη μεταφορά ακαθόριστων αισθησεων και συλλογισμών στο "ευανάγνωστο" και προσιτό επίπεδο των εικόνων και των σχημάτων),εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε στις ρίζες κάτι βαθύτατο και τολμηρότατα ανθρώπινο,κάτι πολύ πιό δικό μας,κάτι το "ανείπωτο",ειπωμένο με αποστομωτική ειλικρίνεια.Γι΄αυτό μπορεί να συνεχίσει κανείς να δουλεύει τις ρίζες,παρ΄όλο το φόβο της επανάληψης.Κι οι ρίζες επαναλαμβάνονται,όπως επαναλαμβάνονται τα ένστικτα κι όπως επαναλαμβάνονται οι βασικές αλήθειες: γέννηση,έρωτας,θάνατος ή ,καλύτερα,όπως επαναλαμβάνονται τα τρία βασικά άγνωστα: ζωή,έρωτας,θάνατος".

                        ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΠΟΥΡΑΣ
(το κείμενο διαβάστηκε σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο "Μπαράκι του Βασίλη" το 2010...
Η φωτογραφία τραβήχτηκε το 1980 σε εκδήλωση στο Δημαρχείο της Αθήνας προς τιμή του Γιάννη Ρίτσου)

Δευτέρα, 3 Ιανουαρίου 2011

Ο κήπος


"Ένας σοφός ήταν βυθισμένος σε πέλαγα στοχασμών. Σαν βγήκε από την έκστασή του κάποιος φίλος του τού είπε χωρατεύοντας:
- Τι μας έφερες από τον όμορφο κήπο που περπάταγες;
- Είχα αποφασίσει να γεμίσω με ρόδα την ποδιά μου και να σας τα μοιράσω, μα η μυρωδιά των ρόδων με μέθυσε σε τέτοιο βαθμό που ξέφυγε η άκρη της ποδιάς μου από το χέρι μου... Ω, αηδόνι, μάθε από την πεταλούδα πως να αγαπάς! Πυρπολημένη από τον Έρωτα ξεψύχησε γαλήνια!"

Μοσλέχ Εντίν Σααντί