Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Νεόπτωχοι ονειρευτές του χρόνου

«Καμιά φορά είναι καλοκαίρι/ κι έχω ήλιους να κοιτώ και θάλασσες…»


Ψάχνω στο λεξικό. Δεν βρίσκω άκρη στις ερμηνείες. Χρόνος, διακοπές, φτώχεια, πετρέλαιο, χρήμα, στατιστικές εναλλάσσονται. Καταιγίδες ανοιξιάτικες.
Το «υγρόν πυρ» έβαλε φωτιές στις τσέπες, στις αγορές , στα όνειρα. Ο πανικός ελλοχεύει, καθώς αδυνατούμε να προσφέρουμε εναλλακτικές λύσεις, δέσμιοι της αλόγιστης ουτοπίας. Ο χρόνος σε συνάρτηση με το χρήμα, καταντούν αρρωστημένο δόγμα. Ο χρονοαποταμιευτήρας της καθημερινότητας γεμίζει με τον κλεμμένο χρόνο των παιδιών, των φίλων, των αγαπημένων προσώπων. Όσα κι αν είναι τα αγαθά που κατέχουμε, τα κινητά και τα ακίνητα, όσες κάρτες κι αν στριμώχνονται στο πορτοφόλι  για  να μας δώσουν την παγιδευτική ευκαιρία της συμμετοχής σε έναν πλαστικό και πλαστά πλούσιο κόσμο, κατά βάθος είμαστε φτωχοί. Πιο σωστά νεόπτωχοι. Γιατί οι παλαιότεροι είχαν την «πολυτέλεια» να μοιράζονται το στεναγμό τους. Εμείς μοναχικοί καβαλάρηδες ενός άπιαστου χρόνου που κυκλοφορεί με το ψευδώνυμο «ελεύθερος».
Κι εδώ έρχεται η δεύτερη παγίδα. Αυτή των διακοπών. Έτσι νομίζουμε. Γιατί οι οικείοι εμάς ζητούν και αυτό το σφραγισμένο λόγο που σπάνια βγαίνει από το στόμα μας. Προσωπική είναι η ανάγκη για χαλάρωση και δια-κοπή της μιζέριας. Επειδή δεν κατανοούμε πως δεν μας λείπει ο χρόνος που θα μετατραπεί σε χρήμα, αλλά ο χρόνος που θα τον μοιραστούμε δίχως το άγχος του ρολογιού. Ο χρόνος της προσφοράς. Κι αν αυτό το καταλαβαίναμε θα είμαστε ευτυχισμένοι στη βεράντα του σπιτιού, απαλλαγμένοι από το δόκανο της εσωτερικής τσιγκουνιάς. Θα είμαστε πλήρεις πάνω σε μια απλή πέτρα που μιλάει και σωπαίνει για αιώνες.
Ας θυμηθούμε ότι και με τους παιδικούς φίλους που τυχαία συναντιόμαστε στο δρόμο, δίνουμε την υπόσχεση να «βρεθούμε κάποια στιγμή», μέσα από τις τυπολογίες «χαθήκαμε βρε παιδί μου» ή «μια άλλη φορά» που δεν έρχεται.
Ξεχάσαμε τους γραμματικούς χρόνους. Ενεστώτας, Παρατατικός, Αόριστος, Μέλλοντας. Μπερδεύουμε τις υποσχέσεις με τις εποχές. Το σήμερα με το χτες. Το αύριο με το παρελθόν. Εν  τέλει λείπουμε  απ’ αυτό που ζούμε. Δεν είμαστε μέσα στο βίωμά μας.  Παρατηρητές, θεατές, απειλούμε τη στιγμή, κυνηγώντας την  επόμενη. Βάζουμε τις στιγμές να συνωμοτήσουν, να σμίξουν σ΄ έναν αθέατο χρόνο αφήνοντας ξεκρέμαστο το τώρα. Μα δεν είναι αλήθεια πως όλες οι δυστυχίες πηγάζουν από την ανεξήγητη αγωνία για την αιωνιότητα;  Μήπως δεν είναι ο έμφυτος φόβος μας για το θάνατο; Μήπως οι παλιές πληγές, μοιραία, δεν θα ψηλαφηθούν κάποτε; Δεν θα υπάρχουν πάντα εκείνες οι στεντόρειες φωνές να θυμίζουν τους ακατάπαυστους πανώριους άνεμους των τροπικών στην ψυχή μας; Πως χάσαμε το μέτρο της ζωής;
Ας θυμηθούμε τον Ίρβινγκ Γιάλομ που προειδοποιεί πως «αρκεί να σταματήσουμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο παρελθόν» για να διασώσουμε το μέλλον μας.
Δημήτρης Τσιπούρας