Κυριακή, 1 Ιουλίου 2012





Ένα σκαμνί αδειανό. Μια θάλασσα έρημη. Μια αγάπη χαμένη. Σ’ αυτό το φθινοπωρινό τοπίο υψώνεται το προσωπείο του φόβου. Μα εσύ δεν βλέπεις. Δεν ακούς την τρομοκρατία των αισθημάτων. Δεν αγγίζεις την εκπυρσοκρότηση της μελαγχολίας. Δεν υπάρχεις δίπλα μου. Δεν υπάρχω μέσα σου. Δεν ανταμώνουμε πια στα μονοπάτια της αναζήτησης. Γιατί πώς να στο πω. Είναι που η ανεξίτηλη μοναξιά δεν με γράφει πουθενά. Είναι  τα καλοκαίρια που πέρασαν ανέραστα. Αυτή η πικρή γεύση της αμφιβολίας. Είναι που πρέπει να προχωρήσουμε πάλι σε αναλύσεις. Να συνθέσουμε τα οράματά μας. Τις ελπίδες. Τις πίκρες μας. Να δρασκελίσουμε το ερμητικό κατώφλι του χρόνου. Να προσπεράσουμε το Χθες, το Σήμερα, το Αύριο. Είναι που πρέπει να θηλάσουμε την ερημία του Έρωτα. Να ξαναστήσουμε τους αδριάντες των ιδεών μας. Τώρα που τα παρασέρνει ο θυμωμένος χείμαρρος των ημερών. Είναι που μ’ έχεις ποτίσει το αδυσώπητο μαχαίρι της ταπείνωσης. Και που φεύγεις συνέχεια. Εσύ, αυτή, όλοι. Που δεν μένει τίποτα ορθό. Τριμμένη άμμος που δραπετεύει απ’ τις χούφτες μου ο Έρωτας. Μελαγχολικό απομεσήμερο η Αγάπη.
Κι όμως πρέπει να αναλύσουμε τα πολύπλοκα όνειρα. Να βρούμε που αρχινάει η ζωή. Που τελειώνει ο θάνατος. Να κληρονομήσουμε επιτέλους ένα στόχο. Γιατί αύριο ξεκινάμε για το μεγάλο ταξίδι και δεν μας θυμίζει τίποτα πως περάσαμε μονάχοι και έρημοι σ’ αυτό τον ορυμαγδό των αισθημάτων, στα χρηματιστήρια της ηδονής, στις βρώμικες αλκοολικές νύχτες. Πρέπει να τελειώνουμε λοιπόν.
Καθένας μονάχος του να ονειρεύεται ακρογιαλιές, επιθυμίες, παλινορθώσεις. Μονάχος του να πλάθει σκιρτήματα, οάσεις, ευαισθησίες. Εγώ δεν μπορώ πια. Ο,τι ήταν να κρύψω τα χάρισα. Ο,τι ήταν να διώξω το κράτησα. Και τώρα καλπάζω σ’ άλλους ωκεανούς, σ’ άλλους κρυψώνες ανεξάντλητους. Άλλες νύχτες λεηλατούν το παρελθόν μου, τον ύπνο μου. Εμένα τον ίδιο…

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

Πρακτικός άνθρωπος

Ομολογώ πως κι εγώ είμαι πρακτικός άνθρωπος.
Αποφεύγω όσους με αγαπάνε.
Στρέφω το βλέμμα απ’ τα ευωδιαστά λουλούδια.
Δε συνομιλώ  με πόρνες του δρόμου που εκλιπαρούν για ένα κομμάτι σιωπής.
Δε μοιράζομαι ψίχουλα με πληγωμένα σπουργίτια
Ούτε μ’ αγγίζουν πορφυρά ηλιοβασιλέματα.
Τακτοποιώ με αυταπάρνηση τις αναμνήσεις μου
Πετάω στα σκουπίδια τις περιττές στιγμές
Σκίζω κάποιες φωτογραφίες ρυτιδιασμένες από το χρόνο
Διαγράφω ερημικά βράδια και  άχρωμες ημέρες  
Σβήνω τα ίχνη μου αφού πλέον περπατάω συνέχεια
Διώχνω τον δίδυμο ίσκιο που ακροβολίζεται στην ψυχή μου.
Επιλέγω να είμαι ασκητής σε μια κόλαση απάνθρωπη γεμισμένη με χλωμά τριαντάφυλλα . Μαζεύω  τη στάχτη που πέφτει το φθινόπωρο στις πολιτείες και πυρπολεί τα σωθικά  Κρατάω στο  χέρι ένα ευαίσθητο δρεπάνι για να θερίζει τα λογικά μου.
Είμαι πρακτικός άνθρωπος.
Δεν διαβάζω ποτέ το ίδιο βιβλίο.
Ούτε δίνω όνομα στα φιλιά έτσι που περνούν αδιάφορα από τα χείλη.
Κι αν λιγοστές φορές κάποια κλαδιά της νύχτας μου ψιθυρίζουν το όνομά σου τα παραμερίζω ευγενικά.
Το φάντασμά σου στέκεται στην άκρη του δρόμου μα δεν έχει πρόσωπο.
Δεν αποκρυπτογραφώ τις πράξεις μας.
Ούτε  γιατί περίμενα όλα αυτά τα χρόνια.
Κάνω delete στη μνήμη.
Μαθαίνω να ακούω τις φυλλωσιές των δέντρων.
Δίνω βάση στα λόγια των άλλων.
Αφουγκράζομαι την αγωνία του συντρόφου μου.
Κλαίω με συντριβή για τα δικά μου λάθη.
Για όλες τις εποχές που δε διδάχτηκα πόσο απλή είναι η επικοινωνία.
Πόσο αδυσώπητα κοντά η αλήθεια. 
Μα δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος.

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Το αύριο πέθανε χθες...


"Το αύριο πέθανε χθες. Αυτό ήρθα προπάντων να σας πω", ψιθύρισε ο εξάγγελος. Βουβοί τον ακούγαμε, με κουρελιασμένες σημαίες, κατεβασμένα χέρια και συντριμμένα όνειρα. Ακόμα και τότε, μέσα στη φυγή, τους ολολυγμούς, τα σιδερικά που τα σήκωνε ο άνεμος, τα λόγια που μετεωρίζονταν στον ορίζοντα, τα φιλιά που απόμειναν στα παγωμένα χείλη, ακόμα και τότε, ένα μόνο αηδόνι γύρισε να αντικρίσει την καταστροφή. Ούτε ο Λωτ, ούτε οι γενιές που ξεχάστηκαν στους αιώνες των αιώνων δεν θα τολμούσαν...Τους αφήσαμε να μας ορίζουν...